Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εικόνες της τρέλας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εικόνες της τρέλας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

"Κατάθλιψη" και "Καταστολή". Δυο πίνακες του Jacob Lawrence

Τζέικομπ Λώρενς (Jacob Lawrence), "Κατάθλιψη ['Depression'], 1950
Μουσείο Γουίτνεϊ, Νέα Υόρκη [Whitney Museum of American Art]

Ο ζωγράφος Τζέικομπ Λώρενς (1917-2000), ένας από τους σημαντικότερους Αφροαμερικανούς ζωγράφους του 20ου αιώνα, έγινε κυρίως γνωστός για τις σειρές έργων του μέσα από τις οποίες αφηγήθηκε την ιστορία των Αφροααμερικανών, τους αγώνες τους για επιβίωση, αξιοπρέπεια και ελευθερία. Η πιο γνωστή από τις σειρές αυτές είναι η σειρά "Μετανάστευση" (The migration series), που αποτελείται από 60 πίνακες [1] και διηγείται τη μαζική μετακίνηση μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο εκατοντάδων χιλιάδων Αφροαμερικανών από τις αγροτικές και έντονα ρατσιστικές πολιτείες του αμερικανικού Νότου στις εκβιομηχανισμένες και πιο φιλελεύθερες πολιτείες του Βορρά. Η σειρά εκτέθηκε το 1941 σε γκαλερί της Νέας Υόρκης και έκανε αμέσως γνωστό τον Λώρενς στο ευρύτερο αμερικανικό κοινό. Ο Λώρενς ήταν τότε μόνο 24 χρονών.

    Λίγα χρόνια αργότερα, το 1949, και ενώ ήταν ήδη αναγνωρισμένος καλλιτέχνης, νοσηλεύτηκε οικειοθελώς στην ιδιωτική ψυχιατρική κλινική Χίλσαϊντ (Hillside Hospital) στο Κουίνς της Νέας Υόρκης με τη διάγνωση της κατάθλιψης. Η κλινική Χίλσαϊντ απευθυνόταν κατά κανόνα στη λευκή κοινωνία και δεχόταν μόνον ήπια ή οξέα περιστατικά που κρίνονταν "θεραπεύσιμα" και πρόθυμα να συμμετάσχουν ενεργά στις προτεινόμενες θεραπευτικές διαδικασίες. Προσέφερε ψυχοθεραπεία ψυχαναλυτικού τύπου, εργοθεραπεία και δυνατότητες δημιουργικής έκφρασης μέσω τεχνών και ψυχαγωγικών δραστηριοτήτων (εργαστήριο ζωγραφικής, γλυπτικής, κεραμικής, υφαντουργίας, κηπευτικές εργασίες, μουσική, θέατρο, χορός) παράλληλα όμως με χορήγηση ψυχοφαρμάκων αλλά και αμφιλεγόμενων σπασμοθεραπειών (θεραπεία με ινσουλινικό κώμα, σπασμοθεραπεία με χορήγηση cardiazolol, ηλεκτροσπασμοθεραπεία [2]). Ο Λώρενς έγινε δεκτός, αν και μαύρος, με τη μεσολάβηση του εμπόρου τέχνης που προωθούσε τους πίνακές του. 

    Παρέμεινε στην κλινική για εννέα μήνες και φαίνεται πως είχε μια καλή συνεργασία με τον ψυχίατρο-ψυχαναλυτή που τον παρακολουθούσε. Δεν νοσηλεύτηκε ποτέ ξανά και δεν βίωσε άλλο επεισόδια σοβαρής κατάθλιψης μέχρι το τέλος της ζωής του. Αργότερα θα χαρακτήριζε την περίοδο της κατάθλιψης και της θεραπείας του ως μια από τις σημαντικότερες στη ζωή του: "Κέρδισα πολλά. Το σημαντικό ήταν πως μπόρεσα να εμβαθύνω στην προσωπικότητα και στη ζωή μου… Μου ανοίχτηκε ένας εντελώς καινούργιος δρόμος. Ήταν μια πολύ θετική εμπειρία", θα πει σε συνέντευξή του το 1961. [3] 

Αντουάν Βιέρτς, "Πείνα, τρέλα, έγκλημα"

Antoine Wiertz, "Faim, Folie, Crime", 1853
Musée Antoine Wiertz / Μουσείο Αντουάν Βιέρτς, Βρυξέλλες

    Μια μικρή αδειανή και μισοερειπωμένη καλύβα...
Από την τρύπα που χάσκει στην οροφή φαίνεται ένα κομμάτι ουρανού και το γυμνό διχαλωτό κλαδί ενός δένδρου -αναφορά, σύμφωνα με τον Σάντερ Γκίλμαν, στο διχαλωτό ραβδί, εικαστικό σύμβολο από παλιά της τρέλας (αλλά και του δαίμονα) πριν αντικατασταθεί οριστικά από την "μαρόττα" (το σκήπτρο των μπουφόνων που είχε στο ένα άκρο του μια σκαλισμένη κεφαλή).[1] Πάνω στο τραπέζι ένα αδειανό κοφίνι, ένα λερωμένο πριν από μέρες πιάτο, ένα σαπισμένο μήλο, και κάτω στο πάτωμα ριγμένη μια αίτηση για οικονομική βοήθεια που δεν έφθασε ποτέ. 

     Μια νεαρή γυναίκα με φθαρμένα στους αγκώνες ρούχα κάθεται σε ένα πεζούλι. Έχει το στερεμένο από την ασιτία στήθος της γυμνό, σημάδι πως μόλις πριν από λίγο προσπάθησε μάταια να θηλάσει το νεογέννητο μωρό της. Γελά με ένα γέλιο τρελό: Στο ένα της χέρι κρατά ένα ματωμένο μαχαίρι και στα γόνατά της το άψυχο σώμα του μωρού τυλιγμένο με ένα λευκό πανί ματωμένο στο ύψος των ποδιών του. Το κομμένο πόδι του μικρού παιδιού -γκροτέσκα λεπτομέρεια- προεξέχει από μια χύτρα κρεμασμένη στο τζάκι. Αποκάτω της, καπνίζουν προσπαθώντας να ανάψουν τα κομμάτια ενός σπασμένου επίπλου μαζί με το παπούτσι της γυναίκας (ο μονοσάνδαλος, ένα ακόμη σύμβολο της παραφροσύνης). 

James John Hill, "Η τρελή Μάρτζερυ"

James John Hill, "Mad Margery",
a young woman driven mad and living in the fields, 1830-1870
Wellcome Collection

Ελαιογραφία που αποδίδεται στον Άγγλο ζωγράφο Τζέιμς Τζων Χιλ (James John Hill, 1811-1882) και απεικονίζει, με φόντο ένα εγκαταλελειμμένο και ερειπωμένο αβαείο, μια νεαρή γυναίκα που έχει τρελαθεί και ζει μόνη στα χωράφια. Τα ρούχα της είναι μπαλωμένα, έχει άχυρα στα μαλλιά και στα χέρια της κρατά ένα μπουκέτο με αγριολούλουδα. Το πρόσωπο της είναι θλιμμένο, τα μάτια της δακρυσμένα. "Poor mad Margery" [Καημένη τρελή Μάρτζερυ] ήταν ο τίτλος ενός δημοφιλούς τραγουδιού της εποχής.

Ντίνος Χατζηαθανασίου    


Απεικονίζοντας τη μελαγχολία του βασιλιά Σαούλ

    «καὶ ἐγενήθη ἐν τῷ εἶναι πνεῦμα πονηρὸν ἐπὶ Σαοὺλ καὶ ἐλάμβανε Δαυὶδ τὴν κινύραν καὶ ἔψαλλεν ἐν χειρὶ αὐτοῦ. καὶ ἀνέψυχε Σαούλ, καὶ ἀγαθὸν αὐτῷ. καὶ ἀφίστατο ἀπ᾿ αὐτοῦ τὸ πνεῦμα τὸ πονηρόν.» (Α΄ Βασιλειών, 16.23)

    Στην Αναγέννηση το "πονηρό πνεύμα" της Παλαιάς Διαθήκης ταυτίσθηκε με την μελαγχολία. Ο Σαούλ κατετάγη στους μελαγχολικούς και αργότερα στους "μανιακο-καταθλιπτικούς" καθώς η θλίψη του συνυπήρχε με αιφνίδια και βίαια ξεσπάσματα οργής και "παρανοϊκές" σκέψεις. Σε ένα τέτοιο ξέσπασμα χωρίς φανερή αιτία επιχείρησε σε να σκοτώσει τον Δαβίδ, που είχε για μια ακόμη φορά κληθεί για να καταπραΰνει με την μουσική του τον αναστατωμένο βασιλιά -τον Δαβίδ που τον φθονούσε και τον υποπτευόταν ως πιθανό σφετεριστή του θρόνου.

   Αυτή τη στιγμή, τη στιγμή λίγο πριν την επίθεση επέλεξε να ζωγραφίσει (1508) ο Λούκας Βαν Λέιντεν. Ο Σαούλ αδιαφορώντας για τη μουσική έχει κατακλυστεί από τις μοχθηρές του σκέψεις. Η όψη του είναι αγριεμένη και το σώμα του έτοιμο να επιτεθεί...

Lucas van Leyden,
"Ο Δαβίδ παίζει άρπα ενώπιον του βασιλιά Σαούλ", 1508

Βασιλικό Μουσείο Καλών Τεχνών της Αμβέρσας (KMSKA)

James (William) Norris. Ένας παράφρων Αμερικανός στο φρενοκομείο Μπέντλαμ

«...στην πραγματικότητα, η βία στην ψυχιατρική είναι πάνω απ' όλα
η βία της ίδιας της ψυχιατρικής.» (David Cooper)

 •  Τζωρτζ Κρούκσανκ (George Cruikshank), "Γουίλλιαμ Νόρρις,
ένας Αμερικανός παράφρονας", 1815. Βρετανικό Μουσείο [British Museum]
 •  Αμπρουάζ Ταρντιέ (Ambroise Tardieu), "Ανδρας δεμένος στο κρεβάτι του"
(ο Νόρρις στο Μπέντλαμ) [a], 1838.  Εθνική Βιβλιοθήκη της Γαλλίας (BnF)
Έργα βασισμένα σε σχέδιο (1814) του George Arnald

     Ο Τζέιμς (ή Γουίλλιαμ) Νόρρις ήταν ένας σαραντάχρονος Αμερικανός ναυτικός που το 1800 κλείσθηκε για άγνωστο λόγο στο διαβόητο φρενοκομείο Μπέντλαμ του Λονδίνου. Δύο χρόνια αργότερα τον αλυσοδέσανε σε ένα κελί, επειδή έδειρε έναν φύλακα που τον κακομεταχειριζότανε, και τον ξεχάσανε εκεί... για δώδεκα ολόκληρα χρόνια! Έτσι αλυσοδεμένο και σε άθλια φυσική κατάσταση τον εντόπισε τον Μάιο του 1814 μια επιτροπή που ερευνούσε τις συνθήκες κράτησης και περίθαλψης των "φρενοβλαβών" στα βρετανικά άσυλα, επικεφαλής της οποίας ήταν ο μεταρρυθμιστής βουλευτής και φιλάνθρωπος Έντουαρντ Γουέικφηλντ (Edward Wakefield). Σοκαρισμένος ο Γουέικφηλντ περιέγραψε στην έκθεσή του με λεπτομέρειες το βάρβαρο τρόπο με τον οποίο ο δυστυχής Νόρρις είχε για χρόνια ακινητοποιηθεί: Το δεξί πόδι του ήταν δεμένο με μια αλυσίδα στο κρεβάτι του, τα μπράτσα του ήταν ακινητοποιημένα, σφιχτά δεμένα πάνω στον κορμό του, και από τον λαιμό του ήταν περασμένος ένας σιδερένιος κρίκος ενωμένος με μια πολύ κοντή αλυσίδα, η οποία μπορούσε να ανεβοκατεβαίνει κατά μήκος μιας σιδερένιας δοκού που ένωνε το πάτωμα με το ταβάνι. Ο Νόρρις μπορούσε να σηκωθεί και να σταθεί όρθιος πάνω στο κρεβάτι του με την πλάτη ακουμπισμένη στον τοίχο, αλλά δεν μπορούσε να απομακρυνθεί από αυτόν. Και δεν μπορούσε να πλαγιάσει παρά μόνον ανάσκελα. Ο Γουέικφηλντ κάλεσε αμέσως τον ζωγράφο Τζώρτζ Άρναλντ (George Arnald) να αποτυπώσει τη σκηνή. Το σκίτσο αντιγράφηκε και περνώντας από χέρι σε χέρι προκάλεσε αίσθηση και αγανάκτηση στην κοινή γνώμη. Σύντομα ο Νόρρις απελευθερώθηκε από τις αλυσίδες του, παρέμεινε όμως έγκλειστος στο Μπέντλαμ, όπου και πέθανε λίγες εβδομάδες αργότερα από πνευμονία ή φυματίωση.

Η "τρελή Κέιτ", εικονογράφηση ενός ποιήματος του Γουίλλιαμ Κάουπερ (William Cowper)

Τόμας Μπάρκερ (1769–1847), "Η τρελή Κέιτ"
Πικανοθήκη Υόρκης, Αγγλία

Ουίλιαμ Τζέιμς Μπίσοπ, "Η τρελή Κέιτ", 1837
Εθνικό Μουσείο του Λίβερπουλ

     Η "τρελή Κέιτ" [crazy Kate] που απεικονίζεται σε πίνακες του Τόμας Μπάρκερ (Thomas Barker), του Γούλλιαμ Τζέιμς Μπίσοπ (William James Bishop), του Χένρυ Φιούζελι (Henry Fuseli) και άλλων καλλιτεχνών αναφέρεται στον ομώνυμο λογοτεχνικό χαρακτήρα που εμφανίζεται στο πρώτο βιβλίο του μακροσκελούς ποιήματος "The Task" ['Το έργο', 1785] [1] τού Άγγλου ποιητή και υμνογράφου Γουίλλιαμ Κάουπερ (1731-1800) - στο οποίο συγκρίνονται οι αρετές της αγροτικής ζωής, η απεραντοσύνη, το μεγαλείο και η ομορφιά της εξοχής με τη μουντή και περιορισμένη ζωή της πόλης και τα πάντα κατώτερα της φύσης έργα των ανθρώπων.[2] 

    Στο ποίημα ο Κάουπερ περιγράφει μέσα σε λίγους στίχους και την τραγική μοίρα της Κέιτ, μιας νεαρής υπηρέτριας που μαθαίνει ξαφνικά τον αναπάντεχο χαμό μέσα στη θάλασσα τού ναύτη που είχε βαθιά ερωτευθεί και που περίμενε με λαχτάρα το γυρισμό του. Με τα λογικά της χαμένα, τρελή πια, περιπλανιέται ολομόναχη με κουρελιασμένα ρούχα σε απόμακρες ερημιές αναστενάζοντας και θρηνώντας.[3] [4]

Hugues Merle, "Η τρελλή του Ετρετά"

«[Η τρέλα είναι] μια ειδική στρατηγική που εφευρίσκει ένας άνθρωπος
για να μπορέσει να επιβιώσει σε μια κατάσταση που δεν είναι βιώσιμη.»
(Ronald Laing)[1] 

    Την περίοδο 1871-1872, ο Γάλλος ζωγράφος Υγκ Μερλ (Hugues Merle) φιλοτέχνησε δύο πίνακες (τουλάχιστον) που απεικονίζουν την "τρελλή του Ετρετά" [Étretat], μια νεαρή δυστυχισμένη γυναίκα που συναντούσε στους δρόμους του ομώνυμου νορμανδικού χωριού (φημισμένου τουριστικού θέρετρου από τα μέσα του 19ου αιώνα όπου και ο ίδιος διέθετε εξοχική κατοικία, όπως και πολλοί άλλοι καλλιτέχνες της εποχής). 

Hugues Merle
"Η τρελλή του Ετρετά"
 
 

    Ο πρώτος πίνακας ("Η τρελλή του Ετρετά") βρίσκεται σήμερα στο Μουσείο Κράισλερ (Chrysler Museum of Art) στο Νόρφολκ της Βιρτζίνια. Παριστάνει μια νεαρή, σχεδόν έφηβη κοπέλα φτωχικά ντυμένη και ατημέλητη να κάθεται δίπλα σ' ένα πηγάδι κάπου στην εξοχή. Κρατά τρυφερά στην αγκαλιά της σαν να ήτανε μωρό ένα κούτσουρο τυλιγμένο σε κουβέρτα και με ένα μωρουδίστικο σκουφάκι στο "κεφάλι" του. Στα χαρακτηριστικά τού προσώπου της αποτυπωμένος ένας ανείπωτος, αβάσταχτος πόνος συνδεδεμένος, ίσως, με μια τραγική απώλεια ή μια σφοδρή επιθυμία που δεν έμελλε ποτέ να πραγματοποιηθεί...

"Αναμνήσεις από το σπίτι των τρελών" (Paul Éluard, Gérard Vulliamy)

Gérard Vulliamy, "Souvenirs de la maison des fous"
Gérard Vulliamy, 1945
(Souvenirs de la maison des fous)


     Τον Νοέμβριο του 1943 ο υπερρεαλιστής ποιητής Πωλ Ελυάρ κατέφυγε μαζί με τη σύζυγό του στο ψυχιατρείο του Σαιντ Αλμπάν για να αποφύγει την επαπειλούμενη σύλληψή του από την γκεστάπο λόγω της αντιστασιακής του δράσης. Το Σαιντ Αλμπάν, σε υψόμετρο χιλίων μέτρων στην ορεινή περιοχή της Λοζέρ, διευθυνόταν την εποχή εκείνη από τον κομμουνιστή ψυχίατρο, αντιστασιακό και φίλο των σουρεαλιστών Λυσιέν Μποναφέ και τον Καταλανό εξόριστο Φρανσουά Τοσκέλ, πρώην αρχίατρο της ψυχιατρικής υπηρεσίας του Δημοκρατικού Λαϊκού Στρατού κατά τη διάρκεια του ισπανικού εμφυλίου, οι οποίοι παράλληλα με τις προσπάθειες ριζικής αναμόρφωσης του ασύλου και των αντιλήψεων της ψυχιατρικής ("θεσμική ψυχοθεραπεία"[1]) προσέφεραν άσυλο σε Εβραίους φυγάδες, καταζητούμενους αντιστασιακούς και τραυματίες μαχητές κρύβοντάς τους μεταξύ των ασθενών με πλαστά ονόματα και ψευδείς διαγνώσεις. Ο ίδιος ο Ελυάρ καταγράφηκε με το όνομα Grindel (που ήταν το πραγματικό του όνομα) και με διάγνωση "ήπια νεύρωση", διέμενε όμως στο άνετο διαμέρισμα του Μποναφέ. 

Gérard Vulliamy,  "le cimetière des fous"
Gérard Vulliamy,
"Το νεκροταφείο των τρελών" (1945)

    Κατά τη διάρκεια της τετράμηνης παραμονής του στο άσυλο ο Ελυάρ είχε την ευκαιρία να γνωρίσει από κοντά και την άλλη πλευρά της τρέλας, όχι την δημιουργική και επαναστατική πλευρά της που εξυμνούσαν στα έργα τους οι υπερρεαλιστές αλλά την τραγική, την αδιέξοδη ασυλιακή πλευρά της. Ευαισθητοποιημένος από την γνωριμία του με τους εγκλείστους του Σαιντ Αλμπάν, τον μεταφορικό-ποιητικό τους λόγο και τις προσωπικές τους ιστορίες συνέθεσε μέσα στο 1944 το μακροσκελές ποίημα του "Αναμνήσεις από το σπίτι των τρελών"[2], το οποίο δημοσιεύτηκε την επόμενη χρονιά εικονογραφημένο με οκτώ σχέδια -προσωπογραφίες εγκλείστων του ψυχιατρείου- που σκιαγράφησε ο ζωγράφος, και μετέπειτα γαμβρός του, Ζεράρ Βυλλιαμί (Gérard Vulliamy). 

Φραντς Καρλ Μπύλερ (Franz Karl Bühler)

«Ο 'παρανοϊκός' προσπαθεί να πει την αλήθεια του κι εμείς μπορούμε να βρίσκουμε
 πάντα κάποιο πολιτικό πυρήνα σ' αυτήν την αλήθεια. (David Cooper)[1]

     Ο Φραντς Καρλ Μπύλερ (Franz Karl Bühler), ένας αναγνωρισμένος καλλιτέχνης σιδηρουργός και μετέπειτα ζωγράφος, αφού παρέμεινε τα τελευταία 42 χρόνια της ζωής του έγκλειστος σε ψυχιατρικά ιδρύματα, δολοφονήθηκε από τους ναζιστές το 1942, όπως και χιλιάδες άλλοι ψυχικά πάσχοντες, στον θάλαμο αερίων του κέντρου "ευθανασίας" Γκράφενεκ.[2] & [3]  

Franz Karl Bühler, "Das selbst"
Φραντς Καρλ Μπύλερ
"Ο εαυτός" (1919)
Φραντς Καρλ Μπύλερ
"Ο Άγγελος του Θανάτου
"

    Ο Μπύλερ γεννήθηκε το 1866 στο Όφενμπουργκ, μια γερμανική πόλη κοντά στο Στρασβούργο. Μυήθηκε στην καλλιτεχνική σιδηρουργία στο εργαστήρι τού πατέρα του και σπούδασε στη Σχολή Ανωτέρας Επαγγελματικής Κατάρτισης του Μονάχου. Το 1893, αναγνωρισμένος ήδη και βραβευμένος καλλιτέχνης κλήθηκε να διδάξει στη Σχολή Καλλιτεχνικής Χειροτεχνίας του Στρασβούργου. Ως καθηγητής ο Μπύλερ θέλησε να αναδιοργανώσει το εργαστήρι μεταλλοτεχνίας της σχολής εισάγοντας νέα εκπαιδευτικά ήθη βασισμένα στην ατομικότητα και αυτονομία του καλλιτέχνη, τα οποία όμως προσέκρουαν στις αξίες και τους κανόνες ενός συντηρητικού και άτεγκτου εκπαιδευτικού κατεστημένου. Έτσι, τρία χρόνια αργότερα, το 1896, απολύθηκε από τη θέση του "λόγω μη τήρησης των ωραρίων εργασίας και λόγω της εμμονής του στις δικές του εκπαιδευτικές και καλλιτεχνικές πρωτοβουλίας".[4]  

Εικόνες του ψυχιατρείου. Σκίτσα και σχέδια του Franz Karl Bühler

 Ο  Franz Karl Bühler (Φραντς Καρλ Μπύλερ, 1866-1940), έγκλειστος σε ψυχιατρικό άσυλο τα τελευταία 42 χρόνια της ζωής του, δολοφονήθηκε το 1940 από τους ναζιστές στο θάλαμο αερίων του κέντρου ευθανασίας Γράφενεκ κατά τη διάρκεια της διαβόητης επιχείρησης Τ4, επιχείρηση εξόντωσης των χρόνιων ψυχικά πασχόντων και αναπήρων. ("Για περισσότερα βλέπε: Φραντς Καρλ Μπύλερ.)

Φραντς Καρλ Μπύλερ
[Ασθενείς στο άσυλο Ίλενάου], 1898-1900.
• • • • •

Henry Wallis· "Η αυτοκτονία του Τόμας Τσάτερτον"

     Ο Τόμας Τσάτερτον (Thomas Chatterton, 1752-1770), εκκολαπτόμενος ρομαντικός ποιητής, το καλοκαίρι του 1770, σε ηλικία μόλις 17 χρόνων αυτοκτόνησε μέσα στη μικρή σοφίτα που διέμενε παίρνοντας μια θανατηφόρα δόση αρσενικού, αφού πρώτα κατέστρεψε όλα του τα χειρόγραφα, απογοητευμένος από την ελλιπή αναγνώριση τού ταλέντου του, την οικονομική ανέχεια και τη μοναξιά, όπως θέλει ο θρύλος που δημιουργήθηκε μετά το θάνατό του.

    Με την αυτοκτονία του έγινε το διαχρονικό σύμβολο των νέων καλλιτεχνών του 19ου αιώνα που, όπως και αυτός, αγωνίζονταν να δημιουργήσουν μέσα σε αντίξοες συνθήκες εισπράττοντας συχνά ως μόνη ανταμοιβή την αδιαφορία ή την απόρριψη των συγκαιριανών τους. 

Henry Wallis, "Ο θάνατος του Τσάτερτον" (1856)

Geertgen tot Sint Jans, "Ο Ιωάννης ο Βαπτιστής στην έρημο"

Geertgen tot Sint Jans (alias Gérard de Saint-Jean)
"O Ιωάννης ο Βαπτιστής στην έρημο", ~1490. Λεπτομέρεια.

     "Ο Ιωάννης ο Βαπτιστής στην έρημο" (1480/95), πίνακας του Χεέρτχεν τοτ Σιντ Γιανς[1] που βρίσκεται σήμερα στην Πινακοθήκη του Βερολίνου, παριστάνει τον Ιωάννη ξυπόλητο και ντυμένο με ένα ρούχο από χονδρό ύφασμα να κάθεται συλλογισμένος και μελαγχολικός πάνω σε έναν βράχο. Στο βάθος διακρίνονται αμυδρά τα κτήρια μιας πόλης. Γύρω από το κεφάλι του ένα διακριτικό ακτινωτό φωτοστέφανο· κοντά τους ένα κατάλευκο φωτοστεφανωμένο  πρόβατο, σύμβολο τού ίδιου τού Ιησού: “ Ἴδε ὁ ἀμνὸς τοῦ θεοῦ, ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου.”  

Émile Wauters, "Ο ζωγράφος Ούγκο βαν ντερ Γκους στο μοναστήρι του Rouge-Cloître". Μουσικοθεραπεία σε ένα μοναστήρι του 15ου αιώνα.

Émile Wauters, "Le peintre Hugo van der Goes au couvent de Rouge-Cloître", 1872.
[Εμίλ Βάουτερς, "Ο ζωγράφος Χούγκο βαν ντερ Χούζ  στο μοναστήρι του Ρουζ Κλουάτρ]
Musées Royaux des Beaux-Arts de Belgique

    Ο Ούγκο βαν ντερ Γκους (ή Χούγκο βαν ντερ Χους / Hugues van der Goes, 1430-1482), ένας από τους σημαντικότερους Φλαμανδούς ζωγράφους του 15ου αιώνα, το 1475, σε ηλικία σαράντα πέντε χρονών, εγκατέλειψε την άνετη αστική ζωή του και κατέφυγε στο μοναστήρι Ρουζ Κλουάτρ κοντά στης Βρυξέλλες, όπου χρίστηκε μοναχός.

   Λίγα χρόνια μετά, το 1481, επιστρέφοντας από ένα ταξίδι στην Κολωνία έπεσε σε βαριά μελαγχολία με παραληρητικές ιδέες και αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει. Πίστευε ότι ήταν "αναθεματισμένος και καταδικασμένος στην αιώνια κόλαση και, το χειρότερο, ήθελε να προκαλέσει κακό στον εαυτό του, στο σώμα του, με σκοπό τον θάνατο του", γράφει ο Γκασπάρ Οφφυίς (Gaspar Ofhuys), ένας από τους μοναχούς του μοναστηριού.[1] Για να αντιμετωπίσει την κατάστασή του ο ηγούμενος επιστράτευσε τη βοήθεια της μουσικής και των ευφρόσυνων ασμάτων εμπνεόμενος από τη βιβλική ιστορία του Σαούλ, τη "μελαγχολία" του οποίου καταπράυνε ο Δαβίδ με την άρπα του.

    Τη σκηνή της "μουσικοθεραπείας" του Ούγκο αναπαριστά ο πίνακας (1872) του Βέλγου ζωγράφου Εμίλ Βάουτερς (Émile Wauters, 1846-1933) "Ο ζωγράφος Ούγκο βαν ντερ Γκους στο μοναστήρι του Ρουζ Κλουάτρ" ['Le peintre Hugo van der Goes au couvent de Rouge-Cloître'] που εκτίθεται σήμερα στα Βασιλικά Μουσεία Καλών Τεχνών του Βελγίου.

Unica Zürn· μια προαναγγελθείσα αυτοκτονία

Από τη "σκοτεινή άνοιξη" της παιδικής ηλικίας, στην συγγραφική και εικαστική δημιουργία, την κατάθλιψη, την "τρέλλα" και την αυτοκτονία.


Η Unica Zürn το 1961 και σε νεαρή ηλικία

    Η Unica Zürn (Ούνικα Τσυρν) γεννήθηκε το 1916 σε μια αστική οικογένεια του Βερολίνου. Ο πατέρας της ήταν αξιωματικός του γερμανικού στρατού,[1] επίδοξος συγγραφέας και φανατικός συλλέκτης έργων ασιατικής τέχνης με τα οποία είχε γεμίσει το σπίτι όπου κατοικούσαν. Η μικρή Ούνικα τον λάτρευε και βίωνε ως εγκατάλειψη τις συχνές του απουσίες από το σπίτι, ενώ, αντίθετα, απεχθανόταν την μητέρα της, την οποία περιγράφει ως ψυχρή, αδιάφορη, απορριπτική και κακιά, μια πραγματική "μητέρα-αράχνη": «Η μητέρα της την απωθούσε από κοντά της σαν να ήταν αντικείμενο», γράφει σε τρίτο πρόσωπο στη μυθιστορηματική αυτοβιογραφική της νουβέλα "Σκοτεινή Άνοιξη".

    Σε ηλικία περίπου δέκα χρόνων βίωσε μια τραυματική εμπειρία που έμελλε να τη σημαδέψει για όλη της τη ζωή, όταν ο μεγαλύτερος σε ηλικία αδελφός της την κακοποίησε βιάζοντάς της απειλώντας την ταυτόχρονα να μην αποκαλύψει τίποτα στους γονείς τους. Στο τραυματικό βίωμα της σωματικής επίθεσης ήρθε να προστεθεί το αίσθημα της μοναξιάς και της εγκατάλειψης, καθώς οι γονείς της διατηρούσαν ο καθένας φανερά -και εν γνώσει των παιδιών τους- μια παράλληλη ερωτική ζωή . Με τους εραστές και τις ερωμένες να εναλλάσσονται, η Ούνικα ένιωθε ότι δεν άξιζε και πολλά, ότι ήταν γι' αυτούς μια ασήμαντη οντότητα. Και όταν μια ερωμένη του πατέρα της τής χάρισε μια μεγάλη πανέμορφη κούκλα, έβγαλε πάνω σ' αυτήν όλη την απελπισμένη οργή της: Της έβγαλε τα μάτια, την ξέσκισε, την κομμάτιασε. Μόνη παρηγοριά και καταφύγιο «για να μπορέσει να αντέξει τη ζωή», όπως γράφει, παρέμενε ο παράλληλος, αντισταθμιστικός κόσμος της ονειροπόλησης και της φαντασίωσης.

    Δύο χρόνια αργότερα, ερωτεύθηκε παράφορα έναν νεαρό ενήλικα άνδρα που συναντούσε στο κολυμβητήριο. Ένας έρωτας εξιδανικευμένος, σχεδόν παραληρηματικός, που την έκανε να τρέμει και να δακρύζει μόνο με την ανάμνηση του λατρευτού προσώπου. Σχεδίαζε πορτραίτα του (ανακαλύπτοντας έτσι τη ζωγραφική για χάρη του έρωτα) τα οποία έκρυβε επιμελώς, και κάποτε κατάπιε τη φωτογραφία του, που της είχε ο ίδιος χαρίσει, για να ενωθεί για πάντα μαζί του με μια μυστική "θεία ευχαριστία". Και όταν η μητέρα της, παρά τις προφυλάξεις, ανακάλυψε τι συμβαίνει και της απαγόρεψε να ξαναπάει στο κολυμβητήριο και να τον ξαναδεί, η Ούνικα βυθίσθηκε στην απελπισία και τη θλίψη. Και σκέφθηκε τότε για πρώτη φορά να θέσει τέρμα στη ζωή της, να αυτοκτονήσει πέφτοντας από το παράθυρο, όπως είχε πράξει πριν από κάποιον καιρό και ένας "τρελός" της θείος.[2]

Unica Zürn, άτιτλο, 1956
Unica Zürn, άτιτλο, 1960

    Το 1930, όταν η Ούνικα ήταν δεκατεσσάρων χρόνων, οι γονείς της χώρισαν οριστικά. Η Ούνικα με τον αδελφό της πήγαν να ζήσουν με τον πατέρα τους, ενώ η μητέρα τους παντρεύτηκε τον επόμενο χρόνο έναν υψηλόβαθμο αξιωματούχο των Ες-Ες. Ο πατέρας ξαναπαντρεύτηκε και αυτός λίγο αργότερα και το 1932 έγινε επίσης μέλος του ναζιστικού κόμματος. Η Ούνικα εγκατέλειψε το σχολείο στα δεκαπέντε της χρόνια, παρακολούθησε μαθήματα γραμματειακής υποστήριξης και εργάσθηκε για κάποιο διάστημα σε βιοτεχνία ενδυμάτων. Το 1933, μέσω των γνωριμιών και της επιρροής του πατριού της, προσλήφθηκε αρχικά ως δακτυλογράφος και αργότερα ως σεναριογράφος και δημιουργός διαφημιστικών ταινιών στην κρατική γερμανική εταιρεία κινηματογράφου (Universum Film AG - UFA), η οποία καθ' όλη τη διάρκεια της ναζιστικής περιόδου υπήρξε όργανο προπαγάνδας του εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος υπό την εποπτεία του Γκαίμπελς. Παρέμεινε στη UFA μέχρι το 1942, οπότε και παντρεύτηκε και απέκτησε σύντομα τα δύο της παιδιά, ένα κορίτσι το 1943 και ένα αγόρι το 1945. Το ένα από τα παιδιά μάλιστα γεννήθηκε κατά τη διάρκεια ενός σκληρού βομβαρδισμού του Βερολίνου κατά τον οποίο χτυπήθηκε και το κτήριο όπου βρισκόταν και ή ίδια την ώρα της εγκυμοσύνης της -μια ακόμη τρομακτική τραυματική εμπειρία.

Émile Signol, "Η τρέλλα της νύμφης του Λάμερμουρ"

Εμίλ Σινιόλ, "Η τρέλλα της νύμφης του Lammermoor", 1850.  
Λεπτομέρεια. Μουσείο Καλών Τεχνών της Τουρ [1]


    Μια νεαρή ταραγμένη γυναίκα, με μάτια θολά και ορθάνοιχτα από τον τρόμο, κάθεται κουλουριασμένη μέσα στο μεγάλο σβηστό τζάκι ενός αριστοκρατικού σπιτιού. Φοράει -σε αντίθεση με το μισοσκόταδο που επικρατεί ολόγυρα- ένα μακρύ κατάλευκο νυφικό φόρεμα στο κάτω μέρος του οποίου, όπως και στα χέρια της, διακρίνονται κηλίδες αίματος, και κοιτάζει σε κάποιο σημείο έξω από τον πίνακα, εκεί που σίγουρα βρίσκεται η πηγή του φόβου και της ταραχής της. Είναι η Λούση, "η νύμφη του Λάμερμουρ", που τη νύχτα του γάμου της, ενώ το γαμήλιο γλέντι συνεχιζόταν ακόμη, παράσυρε τον άνδρα που της επέβαλλαν με το ζόρι οι γονείς της για σύζυγο στον νυφικό κοιτώνα και, τρελαμένη από απελπισία, τον μαχαίρωσε πληγώνοντάς τον βαριά.

    Ο πίνακας "Η τρέλλα της νύμφης του Λάμερμουρ" ["Folie de la fiancée de Lammermoor", 1850] του Γάλλου ζωγράφου Εμίλ Σινιόλ [Émile Signol, 1804-1892] απεικονίζει μια από τις κορυφαίες σκηνές του μυθιστορήματος "The Bride of Lammermoor" ["Η νύμφη του Λάμερμουρ"] του Σκωτσέζου ιστορικού, ποιητή και συγγραφέα Γουόλτερ Σκοτ [Walter Scott], που δημοσιεύτηκε το 1819 στην Αγγλία και μεταφράστηκε αμέσως και στα γαλλικά. Είναι η στιγμή που οι γονείς της Λούση και οι υπηρέτες, έχοντας ανακαλύψει ήδη το αιμόφυρτο σώμα του συζύγου της, τη βρίσκουν κρυμμένη στη κόγχη του μεγάλου παλιομοδίτικου τζακιού.

Η τρέλα και η μελαγχολία στο έργο του εξπρεσιονιστή ζωγράφου Otto Dix


•  "Η τρελή του Σαίντ-Μαρί-α-Πυ", 1924


"Η τρελή του Σαίντ-Μαρί-α-Πυ"
[Die Irrsinnige von Sainte-Marie-à-Py]

    Με ένα ακαθόριστο φόντο που παραπέμπει σε χαλάσματα, βλέπουμε την τρελή του Σαιντ-Μαρί, ενός κατειλημμένου από τους Γερμανούς γαλλικού χωριού στις όχθες του ποταμού Πυ στην περιοχή της Μάρνης, μια γυναίκα που τρελάθηκε εξαιτίας του πολέμου.
    Το έργο ανήκε σε μια σειρά 50 χαρακτικών με τίτλο "Πόλεμος" [Der Krieg] που φιλοτέχνησε ο Όττο Ντιξ το 1924 και στην οποία με σχεδόν ρεαλιστικό τρόπο μεταφέρεται η φρίκη, ο θάνατος, οι ακρωτηριασμοί, οι καταστροφές των τόπων και των ανθρώπινων ζωών που επέφερε ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος (όπως και κάθε πόλεμος) -φρικαλεότητες και δυστυχίες τις οποίες ο Όττο Ντιξ (1891-1969) είχε δει με τα ίδια του μάτια, όντας εθελοντής στο μέτωπο.
     Πηγή: MoMA (Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης, Νέα Υόρκη) 
 • • • • •

• "Νυχτερινό συναπάντημα με έναν τρελό", 1924


"Νυχτερινό συναπάντημα με έναν τρελό"
[Nächtliche Begegnung mit einem Irrsinnigen]

Η τρέλα και τα φρενοκομεία στο έργο του εξπρεσιονιστή ζωγράφου Heinrich Ehmsen

Heinrich Ehmsen
"Στο φρενοκομείο" ["Im Irrenhaus", 1925]
Νέα Εθνική Πινακοθήκη, Βερολίνο
[Neue Nationalgalerie, Berlin]
Heinrich Ehmsen
"Φρενοκομείο" ["Irrenhaus", 1925]
Πινακοθήκη Μόριτζμπουργκ, Χάλλε
[Staatliche Galerie Moritzburg, Halle]

    Ο Χάινριχ Έμσεν (Heinrich Ehmsen) γεννήθηκε στο Κίελο το 1886. Ήταν το πέμπτο παιδί ενός φτωχού καλαθοποιού που δυσκολευόταν πολύ να τα βγάλει πέρα, και έτσι από τα έξι του χρόνια ο μικρός Χάινριχ αναγκάσθηκε να βοηθά τον πατέρα του στην ύφανση των καλαθιών. Όταν όμως έγινε δεκαπέντε χρονών αποφάσισε να γίνει ζωγράφος. Παρακολούθησε μαθήματα σχεδίου και ζωγραφικής αρχικά στο Κίελο και αργότερα στο Ντίσελντορφ.

    Μετά το τέλος των σπουδών του, και ύστερα από μια ολιγόμηνη παραμονή στο Παρίσι, εγκαταστάθηκε το 1911 στο Μόναχο όπου και παράμεινε μέχρι το 1928. Επηρεάσθηκε πολιτικά και καλλιτεχνικά από τις θέσεις του "Γαλάζιου Καβαλάρη" (Blaue Reiter), της εξπρεσιονιστικής επαναστατικής ομάδας που ίδρυσαν στο Μόναχο ο Βασίλι Καντίσκυ και ο Φραντς Μαρκ, προσχώρησε σ' αυτές, και το έργο του άρχισε να γίνεται πλέον έντονα κριτικό απέναντι στην κοινωνία της εποχής του: Οι απόκληροι, οι περιθωριακοί, οι τρελοί, η φρίκη του πολέμου, η επανάσταση, η ήττα και η καταστολή των σπαρτακιστών[1] αποτέλεσαν συχνά τα θέματα της ζωγραφικής του.

    Το 1932 ταξίδεψε στην Σοβιετική Ένωση όπου και παρέμεινε για ένα περίπου χρόνο. Επιστρέφοντας στη Γερμανία συνελήφθη από την Γκεστάπο και κρατήθηκε για αρκετούς μήνες, ενώ η τέχνη του χαρακτηρίσθηκε "εκφυλισμένη" και οι πίνακές του αφαιρέθηκαν από τις συλλογές των γερμανικών μουσείων. Πέθανε το 1964 στο Βερολίνο.[2] 

Heinrich Ehmsen
"Στο φρενοκομείο", χαρακτικό
["Im Irrenhaus", 1924]

"Θλίψη", ένα σκίτσο του Βενσάν Βαν Γκογκ

Βενσάν Βαν Γκογκ
"Θλίψη" ["Sorrow"], 1882
    Το σκίτσο "Θλίψη" ["Sorrow"] είναι ένα από τα πρώιμα έργα του Βενσάν βαν Γκογκ. Σχεδιάσθηκε το 1882 και παριστάνει μια γυμνή έγκυο γυναίκα, με μακριά ξέπλεκα μαλλιά, να κάθεται ολομόναχη σε μια πέτρα ανάμεσα σε αγριόχορτα και αγριολούλουδα που παραπέμπουν στην αρχή της Άνοιξης. Ακουμπά τους αγκώνες στα γόνατα της και κρύβει το πρόσωπό της ανάμεσα στα χέρια της. Μια λεζάντα συνοδεύει την εικόνα: "Πως γίνεται να υπάρχει [έστω και] μια γυναίκα πάνω στη γη μόνη κι απελπισμένη" -φράση παρμένη από το βιβλίο "Η γυναίκα" του φιλελεύθερου ιστορικού και δοκιμιογράφου Ζυλ Μισελέ (Jules Michelet, 1798-1874).

    Ο Βαν Γκογκ θεωρούσε τη γυναίκα της "Θλίψης" σαν μια από τις ωραιότερες φιγούρες που ζωγράφισε ποτέ. Την ίδια χρονιά (το 1882) σχεδίασε -πάνω στο ίδιο θέμα της μοναξιάς και της απόγνωσης- και τον "Θλιμμένο γέροντα" που έμελλε να γίνει πίνακας το 1890. "Θέλω", έγραφε σε επιστολή στον αδελφό του Τεό, «να κάνω έργα που θα συγκινούν τους ανθρώπους, και η "Θλίψη" είναι ένα πρώτο βήμα».[1]
• • • • •